Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2020

Η Επετειακή Ομιλία του Αντιναυάρχου Π.Ν. ε.α. Δημητρίου Λισμάνη στη γιορτή των φετινών Μιαουλείων

  • Πέμπτη, 02 Ιουλίου 2020 15:31
  • 10'

Το Σάββατο 27 Ιουνίου στο Κάστρο του Ανδρέα Μιαούλη ο Αντιναύαρχος Π.Ν. ε.α. Δημήτριος Λισμάνης και μέλος της Επιτροπής "Η Ύδρα για το '21" μίλησε μετά τον Δήμαρχο Ύδρας Γιώργο Κουκουδάκη, για την προεπαναστατική ζωή και δράση του μεγάλου Ήρωα της Ύδρας.

Σε ένα πραγματικά υπέροχο τοπίο με τον Ναύαρχο Ανδρέα Μιαούλη να στέκει στο Κάστρο επιβλητικά και τον εορτασμό να πραγματοποιείται στον ίδιο χώρο κάτω από τον περήφανο ανδριάντα του και τη θαλασσινή αύρα να διαχέει αγωνιστικούς χαιρετισμούς, κορυφώθηκε η γιορτή των Μιαουλείων που λόγω των μέτρων προστασίας κατά της διασποράς του Covid - 19 έγινε λιτά αλλά με απόλυτη ευσέβεια.

Το βράδυ εκείνο στο ηρώο-οστεοφυλάκιο του μεγάλου ναυάρχου, στον ιστορικό κάβο της Ύδρας, με γλαφυρό τρόπο, φυσικότητα αλλά και δυναμισμό ο Αντιναύαρχος Λισμάνης τοποθετήθηκε για τον Μιαούλη με ιστορικά στοιχεία από διάφορες πηγές και αρχεία, προσφέροντας στο κοινό απόλυτα ενδιαφέρουσες έως και άγνωστες πτυχές του χαρακτήρα και της ζωής του Ανδρέα Μιαούλη πριν τη Επανάσταση. 

Ακολουθεί η επετειακή ομιλία του Αντιναυάρχου Λισμάνη:


Α Ν Δ Ρ Ε Α Σ   Μ Ι Α Ο Υ Λ Η Σ

Η προεπαναστατική του δραστηριότητα 

(Μια άγνωστη και σημαντική πλευρά του ήρωα)

185 χρόνια από τον θάνατο του Υδραίου ήρωα ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη. Η ηρωοτόκος Ύδρα τιμά με σεβασμό βαθύτατο τη μνήμη τού μεγάλου τέκνου της, που τόσο την τίμησε και δόξασε. Το έθνος ολόκληρο υποκλίνεται με ευγνωμοσύνη απέραντη στη μνήμη του άξιου της πατρίδας άνδρα.

Έχουμε, άραγε, αναρωτηθεί ποτέ – τόσα χρόνια τώρα που τιμούμε τη μνήμη του Μιαούλη - πώς έγινε αυτός που ήταν; αυτός που τον θαύμαζαν οι συμπολεμιστές και φίλοι και τον υπολόγιζαν οι αντίπαλοι; Πώς απέκτησε τέτοια ναυτική εμπειρία και τέτοιες πολεμικές αρετές; Όλα αυτά ήσαν τυχαία; Θα μιλήσουμε λοιπόν φέτος, πρώτη φορά, για τον άλλο Μιαούλη, τον άγνωστο. Θα μιλήσουμε για τον Υδραίο έμπορο και καπετάνιο που σημάδεψε μια εποχή ξεχωριστή, τη δική του εποχή – με εικόνες και συμβολισμούς: βράκες, φέσια και σαλτιρμάδες στο ζωνάρι, κουρσάρους και ρεσάλτα, θύελλες και αβαρίες βαριές, θρυλικές αρμάδες, τρομπόνια και κανόνια, καταδιώξεις και συλλήψεις, συμπλοκές και μάτωμα πολύ.

Η ναυτική και πολεμική αξιοσύνη του στον Ναυτικό Αγώνα είχε τις ρίζες της στην προγενέστερη δραστηριότητά του, την προεπαναστατική. Εκεί φύτρωσε και αναπτύχθηκε και τότε καρποφόρησε. Τα σχολεία που μαθήτευσε δεν ήσαν άλλα από τα διάφορα εξοπλισμένα ιστιοφόρα σιτοκάραβα, πάνω στα οποία ανατράφηκε και αγωνίστηκε για το κέρδος και τη δύναμη, περνώντας την ζωή του όλη κυνηγώντας και κυνηγημένος.

Ήταν τότε που από παιδί γέμισε γνώσεις και εμπειρίες και ξεχωριστές δεξιότητες, και απόκτησε έναν χαρακτήρα αδάμαστο. Έτσι μπόρεσε, αργότερα, να ξεχωρίσει και ν’ ανέβει στην αρχηγία του δύσκολου υδραίικου στόλου και του τρινήσιου ναυτικού του ’21.

Τα ιστορικά στοιχεία που υπάρχουν σχετικά με το θέμα είναι περιορισμένα ή ελλιπή ή αλληλοσυγκρουόμενα. Συγκεντρώθηκαν, ωστόσο, πληροφορίες που αποκαλύπτουν αρκετά φυσικά και επίκτητα χαρακτηριστικά του καπ. Ανδρέα Μιαούλη.

Ο μεγάλος τούτος τύπος της υδραίικης αξιοσύνης – όπως χαρακτηριστικά τον αποκαλεί ο Σπύρος Μελάς - κρατούσε απ’ τη γενιά εκείνη των Υδραίων, που στα μέσα του 18ου αι. είχαν τη φήμη ως «οι καλύτεροι ναύτες της Ανατολής». Απ’ αυτή ανατράφηκε. Από μικρός φιλόδοξος και ριψοκίνδυνος καπετάνιος – μέχρι αφροσύνης, ανυπότακτος και παράνομος. Γιατί, για να κουμαντάρεις υδραίικο καράβι και να μπορέσεις να σταθείς, έπρεπε να είσαι ο ίδιος θηρίο ανήμερο!

Έκανε το πρώτο θαλασσινό ξεπέταγμα και πρωτογνώρισε τη θάλασσα και τους κινδύνους της, σε εκείνη την πολυτάραχη περίοδο, πάνω στα πλοία του πατέρα του, όπως τότε συνηθιζόταν. Στα 7 του μούτσος μαθητευόμενος στο λατινάδικο του καπ. Δημήτρη Βώκου και με μερίδιο πάνω στα κέρδη των ταξιδιών – έτσι για να φιλοτιμείται, αλλά και να μπαίνει στο πνεύμα του εμπορικού κέρδους. Να, τα πρώτα μαθήματα της αξιοσύνης του. Το τριγωνικό πανί λατίνι με την ψηλή κεραία γέρνει εύκολα και πιάνει το πιο λεπτό αεράκι, γι αυτό απαιτεί προσεκτικούς χειρισμούς, αλλά έτσι φτιάχνεται ο καλός ναυτικός, αυτός που μυρίζει γρήγορα τις μικρές ριπές θάλασσας και αέρα. Πάνω στο πίκι του ιστού τον έβαζε ο πατέρας του, μέσα στην κόφα, και γέρνανε κι οι δυο πάνω στα κύματα. Οι πρώτες πρακτικές ασκήσεις του Ανδρέα. Να πώς τα είδε ο Γερμανός φιλέλληνας ποιητής της εποχής, Βίλχελμ Μύλλερ:

«Κι αν λιγούσε το κατάρτι μέσα στην ανεμοζάλη/

κι αν με ράντιζε το κύμα λούζοντάς με ως το κεφάλι/

ο πατέρας μου στα μάτια μ’ έβλεπε με προσοχή/

στο καλάθι εγώ καθόμουν δίχως φόβου ταραχή».

Όταν ο Ανδρέας έγινε 10 χρονών, ο πατέρας του ήταν γνωστός ως σαϊτζής, ιδιοκτήτης σαϊτιάς, μεγάλο λατινάδικο (100-120 τον.), κατηγορία καϊκιών. Κάποτε, λόγω ηλικίας, ο γερο Βώκος σταματάει τη θάλασσα και εμπιστεύτηκε το καΐκι στον μεγαλύτερο γιο, τον Αντώνη, (αδελφό του Ανδρέα, από άλλη μάνα). Δεκάξι χρονών τότε ο Ανδρέας, φιλόδοξος και ορμητικός, απαίτησε να αναλάβει ο ίδιος την κυβέρνηση του σκάφους – ενώ το φυσιολογικό ήταν για την ηλικία αυτή, να μπαρκάρει σ’ άλλα πλοία ως ναύτης απλός. Φοβερός καβγάς αναστάτωσε την οικογένεια. Ο Ανδρέας χάνεται από την Ύδρα και αμούστακος βρέθηκε κυβερνήτης σε κουρσάρικο για αρκετό καιρό, για ανεξαρτησία και περιπέτεια (δυσκολότερα… μαθήματα).

Μαζεύεται κάποτε πίσω στο νησί και δέχεται να ταξιδέψει με τον αδελφό του καπετάνιο. Μεταφέρουν στάρι στη Χίο. Εκεί, σαν ανυπότακτος πάντα ο Αντρέας, διώχνει βίαια τον αδελφό του από το καράβι, κρατάει αυτός τα λεφτά και αγοράζει στο δικό του όνομα ένα τουρκο-κρητικό πλοίο που ονομαζόταν «Μιαούλ», απ’ το οποίο πήρε και το παρωνύμιο Μιαούλης. (Αυτό το έχει επιβεβαιώσει και ο γιος του Αντώνης Ανδ. Μιαούλης -υπασπιστής του Όθωνα, αλλά κι ο ίδιος ο ναύαρχος στον Άγγλο ιεραπόστολο και νεοελληνιστή Samuel Sheridan Wilson, το 1824, στην Ύδρα. Επομένως όλα τ’ άλλα που λέγονται μέχρι τώρα, είναι απλώς παραμύθια). Και αρχίζει μια ζωή γεμάτη περιπέτειες.

Έρχεται πάλι σε ρήξη με τον πατέρα του για την αυθαίρετη αγορά του παλιού τούτου πλοίου που ήταν και σε κακή κατάσταση. Του το κούρσεψαν επιπλέον οι πειρατές, ο ίδιος σώθηκε με πολλά τραύματα, αλλά μπόρεσε και το επανέκτησε. Δράσεις που δηλώνουν πολλά.

Τα μεγάλα ανοίγματα στη ναυτιλία απαίτησαν μεγαλύτερα σκάφη. Πουλάει το «Μιαούλ», παίρνει Υδραίους μαστόρους και κατασκευάζει στη Δάφνη Εύβοιας μια μεγάλη σαϊτιά, καραβοσαϊτιά, με τετράγωνα πανιά, 25 πήχεις, σαν μικρός πάρωνας, κατηγορία «καραβιών». Τώρα πηγαίνει στα πιο μακρινά λιμάνια της Άσπρης θάλασσας.

Με το νέο καράβι άσκησε πειρατεία στα παράλια της Συρίας. Κατά εξομολόγηση δε του ξαδέλφου του Ανδρέα Στύπα - υπασπιστής του στην επανάσταση και μετά αντιπλοίαρχος του Βασιλικού Ναυτικού, ο οποίος ταξίδευε μαζί με τον Μιαούλη τα προεπαναστατικά χρόνια - ο Μιαούλης στη νεαρή τότε ηλικία συνεταιρίστηκε με τους περίφημους κουρσάρους της Μεσογείου, Γουλιέλμο και Ανδρούτσο Βερούση, σε καταδρομές στα παράλια της Αιγύπτου. Κι άρχισαν έτσι οι προχωρημένες… σπουδές!

Στα είκοσί του συμμετέχει στη μεγάλη καταδρομή του Λάμπρου Κατσώνη (1789-1792), ο οποίος κατ’ εντολή της Μεγάλης Αικατερίνης της Ρωσίας κυνηγούσε και χτυπούσε την τουρκική ναυτιλία στο Αιγαίο και την Αν. Μεσόγειο. Όμως, οι καταδρομείς αυτοί ταλαιπώρησαν αφάνταστα και τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά και λιμάνια του Μοριά, όπως και την Ύδρα. Τότε συμμετείχε και σε επιθέσεις εναντίον γαλλικών πολεμικών πλοίων. Η δράση του Μιαούλη με τον Λάμπρο Κατσώνη ήταν φαίνεται τόσο στενή και έντονη, ώστε ο πατέρας του – από ειρωνεία ή και πικρία – τον αποκαλούσε, αντί Αντρέα, «Λάμπρο»!

Οι στενοχώριες πέφτουν πάνω στον πατέρα, τον γέρο-Βώκο, η μια πάνω στην άλλη, και κλείνεται καλόγηρος στο μοναστήρι του Πανορμίτη στη Σύμη. Εκεί πήγαινε, μετά, και τον έβλεπε ο Μιαούλης, ως ναύαρχος του στόλου. Ο Δημήτρης Βώκος πέθανε εκεί 95 ετών, στα μέσα της Επανάστασης (1824-1825).

Σύντομα ο Μιαούλης χρειάζεται καταλληλότερο σκάφος. Λογίζεται πλέον από τους πρώτους καραβοκύρηδες. Πουλάει την καραβοσαϊτία στον αδελφό του Θεοφάνη. Πάει στην Νεάπολη, αγοράζει έναν πάρωνα (βρίκι), και μαζί με τον εξάδελφό του Στύπα διασπά τον αποκλεισμό των πολεμικών πλοίων και κάνει την τύχη του. Στα 1802 κάνει επικερδές λαθρεμπόριο στα μικρασιατικά παράλια και καταδιώκεται από τρικάταρτη τουρκική πολεμική κορβέτα, ενώ αυτός μπαίνει στην Ύδρα. Οι πρόκριτοι τον προτρέπουν να παραδοθεί για να ηρεμήσει το νησί. Ο Μιαούλης υπόσχεται να το κάνει. Γεμάτος όμως με τέτοια πίστη στον εαυτόν του που έφθανε στην αλαζονεία, τολμά να προκαλέσει τούρκικο πολεμικό. Βγαίνει από το λιμάνι σε ετοιμότητα μάχης. Το τούρκικο τον περίμενε, απέναντι, έξω από το Μετόχι. Ο Μιαούλης πλησιάζει τον Τούρκο, τάχα για να παραδοθεί, αλλά αρχίζει και κάνει συνεχείς βόλτες και προκλητικούς χειρισμούς μπροστά του, στο τέλος ρίχνει επτά χαιρετιστήριες κανονιές στην Ύδρα και διέφυγε στην Ευρώπη να πουλήσει το λαθρεμπόριό του.

Το υδραίικο βρίκι το κατασκεύαζαν οι Υδραίοι με ξεχωριστό τρόπο. Ταχύτατο και πολύ ευέλικτο, για να ελίσσεται εύκολα, να δρα και να διαφεύγει τις καταδιώξεις. Του έκαναν πολύ λεπτή καρένα και υπερύψωναν αρκετά τα δύο κατάρτια πάνω από το κανονικό. ΄Ετσι τα κατάρτια έπρεπε τώρα να ελαφρύνουν, γι αυτό τα έκαναν από δύο κομμάτια, αντί τρία· αφαίρεσαν και τις κόφες (εξώστες) των οπτήρων και οι ναύτες στέκονταν όρθιοι στις μεγάλες θύελλες χωρίς ασφάλεια. Πρόσθεταν και βοηθητικά τριγωνικά πανιά ανάμεσα στα κατάρτια (τα βελαστράλια) για επαύξηση της επιφάνειας των πανιών. Έτσι, τα δικάταρτα υδραίικα μπρίκια είχαν τόση ιστιοφορία, όση τα τρικάταρτα. Έπαιρναν όμως επικίνδυνες κλίσεις, ώστε μόνο υδραίικο πλήρωμα ήξερε και τολμούσε να τα κουμαντάρει. Λέγεται ότι όταν οι Άγγλοι αιχμαλώτισαν κάποια υδραίικα βρίκια στη Δυτική Μεσόγειο, το πρώτο που έκαναν ήταν να κοντύνουν τα κατάρτια και να επανατοποθετήσουν τους εξώστες για την ασφάλεια των ναυτών τους - τέτοια αγγλική…ναυτοσύνη!

Πάντα πρωτοπόρος και ανταγωνιστικός ο Μιαούλης, παρακολουθούσε συνεχώς τους πρώτους του νησιού. Πουλάει και το μπρίκι στον μπατζανάκη του Αντώνη Μπίκο. Με την περιουσία που έκανε και με τη συμμετοχή του μεγαλέμπορου Ι. Κωστάκη, κατασκευάζει στη Βενετία το λαμπρότερο και μεγαλύτερο πλοίο της Ύδρας, 498 τόνων, με 22 κανόνια και 105 ναύτες, λίγο διαφέρον από πολεμική κορβέτα. Το κατασκεύασε ο έμπειρος Υδραίος ναυπηγός Μαστρογεώργης, τον οποίον τόσο θαύμασαν οι Βενετσιάνοι του ναυπηγείου, ώστε κρέμασαν την εικόνα του στην αίθουσα του ναυστάθμου. Το καράβι αυτό – το τρικάταρτο «Αχιλλέας» - αποτέλεσε τη συμβολική απαρχή μετατροπής των σιτοκάραβων στα ηρωικά πλοία του ’21, και τη μεταμόρφωση των καπετάνιων τους στους ατρόμητους ναυμάχους. Ο Μιαούλης αγαπούσε την ωραία εμφάνιση και την πολυτέλεια. Το πλοιαρχικό δωμάτιο θεωρείτο από τα πλουσιότερα των ευρωπαϊκών, εσωτερική επένδυση από μαόνι, στρωμένο με τα καλύτερα ευρωπαϊκά τούβλα, γεμάτο με πολυτελείς καθρέφτες, αναπαυτικούς καναπέδες, βελούδινα έπιπλα και ασημένια σκεύη τραπεζαρίας, αξίας 5.000 δίστηλα (όλο το σκάφος, 45.000 δίστηλα).

Αρχίζουν οι ναπολεόντειοι πόλεμοι. Συγκαταλέγεται αμέσως στους μεγάλους ρήκτες των αποκλεισμών που επέβαλαν οι Άγγλοι στα μεσογειακά λιμάνια. Οι αφάνταστα υψηλές τιμές των σιτοφορτίων έδωσαν αλματώδη ανάπτυξη στη ναυτιλία και τα κέρδη υπήρξαν τόσο σημαντικά, ώστε τα πλοία επαναπλέοντα στα λιμάνια τους, έφεραν αντί για σαβούρα (έρμα), αργύριον και τόνους χρυσού.

Ο Μιαούλης με τον «Αχιλλέα» διέσπασε τον αποκλεισμό της Γένοβας, πούλησε το στάρι και απόκτησε άφθονα κέρδη. Ταξίδεψε στη Νίκαια της Γαλλίας με άλλα μεγάλα κέρδη, ώστε το μερίδιο κάθε ναύτη υπερέβη τα 1.100 γρόσια. Εξελίχθηκε πια σε επιτήδειο καπετάνιο και σε κερδοσκόπο έμπορο. Όλα αυτά τα πετύχαινε, αντιμετωπίζοντας θύελλες και Μπαρμπαρίνους πειρατές, γι αυτό ταξίδευε και με οργανωμένες νηοπομπές με συνοδεία αγγλικών πολεμικών. Κάποτε ο Άγγλος κυβερνήτης της φρεγάτας που συνόδευε θέλησε να ελέγξει αν τα εμπορικά πλοία τηρούσαν σωστά τους κανόνες του πλου· εντυπωσιάστηκε από την ακριβή τήρηση της θέσεως και τους χειρισμούς του πλοίου του Μιαούλη, ρώτησε και εξεπλάγη όταν έμαθε ότι ήταν αγράμματος και σημείωνε το στίγμα πάνω στον χάρτη με λιωμένο κερί. Έτσι, στις ανιαρές νηνεμίες προσκαλούσε τον Μιαούλη για πρόγευμα (φαίνεται θα του έλεγε και ωραίες ιστορίες ο καπ. Αντρέας).

Έξω όμως από τα ισπανικά ύδατα συνελήφθηκε από τους Άγγλους και τον οδήγησαν στον ναύαρχο Νέλσονα. Γνωστή η ιστορία, αλλά όχι ότι τον άφησαν ελεύθερο επειδή έπαιξαν σημαντικό ρόλο οι πολιτικές σκοπιμότητες. Ο Μιαούλης ταξίδευε τότε ως Ρώσος υπήκοος και έμπορος α΄ τάξεως της Σεβαστουπόλεως, το δε πλοίο του έφερε ρωσική σημαία – σύμμαχος των Άγγλων – γι αυτό και δεν δήμευσαν οι Άγγλοι το πλοίο του. Όλες οι διάφορες διηγήσεις, ότι ο Νέλσον ρώτησε τον Μιαούλη αν ήταν στη θέση του τι θα τον έκανε ή ότι ήσαν μασόνοι και οι δύο, είναι απλώς ιστορίες. Με τις Συνθήκες Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) και Αϊναλί-Καβάκ (1779) ο Μιαούλης είχε αποκτήσει ρωσικό ναυτιλιακό έγγραφο προστασίας, σε περγαμηνή με την αυτοκρατορική σφραγίδα και τον δικέφαλο αετό, σε μεταλλική θήκη· και ως διακεκριμένος αυτός πλοίαρχος, έλαβε και ειδικό πιστοποιητικό «σουδιατιάνζας» από την Ρωσική Πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης, απολαμβάνων πλήρη δικαιώματα Ρώσου υπηκόου, ονομαζόταν δε «σούδιτος Ρούσσους».

Είχε και ατυχίες αρκετές ο Μιαούλης. Συχνές αντιζηλίες με συμπατριώτες του Υδραίους καπετάνιους. Σοβαρή οικονομική ζημιά έπαθε στη Γένοβα το 1803, σε δικαστικό αγώνα με συμπολίτη του καραβοκύρη (για να βγει η ετυμηγορία σε βάρος του, μάλλον θα έφταιγε).

Μεταξύ 1803-1805 μετέφερε στάρι από την Κωνσταντινούπολη στην Ισπανία και πήρε μαζί του, σε πρώτο ταξίδι, τον δεκάχρονο πρωτότοκο γιο του Δημήτρη (κατόπιν καπετάνιο και αξιόλογο ναυμάχο στον Αγώνα). Ταξιδεύοντας έξω από το Κάδιξ, ο λοστρόμος του λέει: «Καπετάν Αντρέα, προς τα κει που πηγαίνεις βρίσκεται στ’ ανοιχτά μια ξέρα». «Και τι σε νοιάζει εσένα;», του απαντάει ξερά ο Μιαούλης και συνεχίζει την πορεία του και καθίζει, διαλύοντας, το ωραίο εκείνο καράβι. Ο Σπετσιώτης Ανάργυρος Χατζηαναργύρου γράφει: «Άνευ της καταστροφής ταύτης, ο Μιαούλης θα ήτον ο πλουσιώτερος των πλοιάρχων της Ύδρας». Η βασική αιτία; η μεγάλη επιμονή (το αγύριστο κεφάλι) και το αρβανίτικο πείσμα που χαρακτήριζαν μερικές φορές τον Μιαούλη. Εδώ, όμως, έδειξε και την ψυχραιμία του δυνατού χαρακτήρα του, του ανθρώπου από άλλη πάστα. Αντί να συγκλονιστεί και να καταρρεύσει, σηκώθηκε όρθιος, στάθηκε στα πόδια του και συνέχισε το κυνήγι του κέρδους και της δράσης. Ταξίδεψε στη Γένοβα με άλλο υδραίικο καράβι και με τη συνδρομή πολυάριθμων φίλων του αγόρασε νέο μικρότερο (μισό σε μέγεθος) πλοίο, τον «Ηρακλή» 250 τον. Με τούτο ο δραστήριος και καπάτσος Μιαούλης, όχι μόνο επανέκτησε γρήγορα την περιουσία του, αλλά κατόρθωσε και να λάβει μέρος στην αρχή του Αγώνα που ζύγωνε, με τρία ιστιοφόρα!

Κατά το ταξίδι της επιστροφής, όμως, έπεσε σε γαλλικό πολεμικό, που τον καταδίωκε όλη την ημέρα. Όταν περί τη δύση έπεσε ο αέρας, το γαλλικό τον έφθασε και αμέσως άνοιξε πυρ εναντίον του. Ο Μιαούλης - μη σας πάει το μυαλό ότι παραδόθηκε - απάντησε θαρραλέα το κανονίδι και η συμπλοκή διακόπηκε όταν νύχτωσε. Ναυμαχία σιταράδικου εναντίον ευρωπαϊκού πολεμικού πλοίου, ανέκδοτο! Το επόμενο πρωί βρέθηκαν κοντά και η ναυμαχία επαναλήφθηκε, πεισματώδης τώρα, όλη τη δεύτερη ημέρα, με διαλείμματα, με 13 Γάλλους νεκρούς και 16 τραυματίες, και συνεχίσθηκε και την τρίτη ημέρα, αφού το γαλλικό πολεμικό έχασε άλλους 22 νεκρούς και 62 τραυματίες, και αναγκάστηκε να διακόψει και να απομακρυνθεί. Οι απώλειες του Μιαούλη ανήλθαν σε έναν μόνο νεκρό, τον τράγο του καραβιού, αλλά το σκάφος κατατρυπήθηκε και μόλις πρόλαβε να φθάσει στην Ύδρα.

Αναφέρεται ότι το καλύτερο πλοίο που χρησιμοποίησε ο Μιαούλης πριν από την Επανάσταση θεωρείται «Ο Άη Νικόλας». Το ζωγράφισε και ο περίφημος Γάλλος ζωγράφος Antoine Roux στη Μασσαλία, με τη ραγιάδικη σημαία, το 1810, ο οποίος έγραψε στον πίνακα: «Τα υδραίικα πλοία χαρακτηρίζονται από την υψηλή τους εξαρτία και την αξιοπρέπεια των κυβερνητών τους». Είναι τότε που ο ώριμος Μιαούλης ελευθερώνεται από τα πάθη της νεότητάς του και η σύνεση με τη φρονιμάδα τού ανοίγουν το δρόμο προς τη μεγαλοσύνη.

Εμπορεύεται στη θάλασσα και κερδίζει αρκετά έως το 1815. Σταματούν οι ναπολεόντειοι πόλεμοι και αρχίζει η μεγάλη ύφεση στη ναυτιλία. Και το 1816, «η αληθής κυματοχαρής και ρωμαλέα ναυτική φύσις» (Carl Mendelson-Bartholdy), ο Ανδρέας Μιαούλης, διακόπτει τα ταξίδια και τα αφήνει στον γιο του.

Η προεπαναστατική διαδρομή του Μιαούλη φανερώνει έναν ξεχωριστό Υδραίο έμπορο-καπετάνιο, γεμάτο περιπέτειες και ταλαιπωρίες που τον εμψύχωσαν με τέτοια ακλόνητη πίστη και πεποίθηση στον εαυτόν του, ώστε ποτέ δεν δείλιασε μπροστά στον πιο μεγάλο κίνδυνο, επίμονο να επιτυγχάνει τους σκοπούς του (λόγω και των καταβολών της ράτσας του), επινοητικό και προνοητικό, ικανό να πείθει και να εμπνέει. Ένα παρελθόν γεμάτο με όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά-προσόντα ενός πολλά υποσχόμενου ναυτικού ηγέτη. Όπως ακριβώς κι έγινε.

Όταν αρρώστησε, τον επισκέφθηκε δύο φορές ο βασιλιάς Όθωνας, ο οποίος του είπε: «Στρέφοντας τα βλέμματά σου προς τα παρελθόντα, βλέπεις ότι η ζωή σου εστάθη τόσον σωτήριος διά την πατρίδα, όσον ήτον ένδοξος και διά σε τον ίδιον και διά το ναυτικόν των Ελλήνων». Ο μεγάλος Υδραίος έφυγε από τον μικρό τούτον κόσμο, στις 11 Ιουνίου του 1835 και πέρασε μέσα από την εθνική μνήμη στην αιωνιότητα της ιστορίας.