Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Ο εντυπωσιακός πολυέλαιος του Καθεδρικού Ναού της Ύδρας και η ιστορία του

Ο Στέφανος Μίλεσης, Συγγραφέας, ιστορικός ερευνητής και Πρόεδρος της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς ευγενώς παραχώρησε στη "Φωνή της Ύδρας" την ακόλουθη περιγραφή του που μιλάει για την ιστορία του πολυελαίου του Ι. Καθεδρικού Ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου Ύδρας. Πώς έφτασε στην Ύδρα ο γαλλικός πολυέλαιος; Ποιος τον προμηθεύτηκε; Ποιος τον δώρισε στο Μοναστήρι της Ύδρας;

Αυτά και άλλα ενδιαφέρονται ξετυλίγονται στην ακόλουθη ιστορία που μας μεταφέρει ο Στέφανος Μίλεσης:

"Όσοι από τους φιλίστορες επισκέπτες της Ύδρας είχαν την τύχη να επισκεφτούν το Μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου, εντυπωσιάζονταν από έναν πανέμορφο πολυέλαιο που κρεμόταν έξω από την Ωραία Πύλη. Πρόκειται για ένα κομψοτέχνημα πίσω από το οποίο κρύβεται μια πανέμορφη ιστορία, που αντικατοπτρίζει την αλλοτινή δύναμη της Ύδρας και τη γενναιότητα που χαρακτήριζε τους κατοίκους της, όχι μόνο κατά τα χρόνια της εθνικής μας παλιγγενεσίας, αλλά και πριν από αυτά. Στα τουριστικά φυλλάδια που έχουν εκδοθεί κατά καιρούς για τον εξάφωτο αυτό πολυέλαιο, η μοναδική ένδειξη που υπάρχει είναι ότι πρόκειται για γαλλικό ή ισπανικό δημιούργημα, άγνωστο κατά τα άλλα, για το πώς βρέθηκε στο νησί της Ύδρας. Και πραγματικά αυτός ο πολυέλαιος θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι και γαλλικός και ισπανικός αφού κατασκευάστηκε στη Γαλλία, είχε ως προορισμό την Ισπανία όπου έμεινε εκεί για πολλά χρόνια, αλλά τελικώς κατέληξε στην Ελλάδα. Το πώς έφτασε στο Μοναστήρι της Ύδρας όμως αποτελεί ολόκληρη ιστορία.

Αναφέρεται στη δράση ενός σπουδαίου ναυτικού του Δημήτρη Σαρκώση, που όπως και πολλοί άλλοι προεπαναστατικοί Υδραίοι παρά τα εντυπωσιακά κατορθώματά τους, έμειναν άγνωστοι, αφού οι πράξεις τους, επισκιάστηκαν στη συνέχεια από τους ηρωισμούς των καπετάνιων ναυμάχων της επανάστασης του 1821. Μοιραία οι προγενέστεροι της επανάστασης καπεταναίοι, σπάνια αναφέρονται και ακόμη σπανιότερα τιμούνται. Μια τέτοια περίπτωση είναι θα λέγαμε και ο Δημήτριος Σαρκώσης. Ένα όνομα πραγματικός θρύλος στην εποχή του, που όμως καλύφθηκε και ξεχάστηκε από τα κατορθώματα των ναυμάχων και των πυρπολητών που ακολούθησαν. Για την προσωπικότητά του υπάρχουν πολλές ιστορίες που αναφέρονται στην Ύδρα, εκτός φυσικά από εκείνη που αναφέρεται στην προέλευση του πολυελαίου του Μοναστηριού. Ο Σαρκώσης έδρασε όπως είπαμε πριν την επανάσταση, τότε που η Ύδρα ήταν μια πολιτεία των 80 χιλιάδων κατοίκων, πραγματικά κέντρο εμπορίου και ναυτιλίας της προεπαναστατικής Ελλάδας. Ο Σαρκώσης είχε τη φήμη τολμηρού και ριψοκίνδυνου καπετάνιου, ευλαβούς χριστιανού και κερδοφόρου έμπορου. Πραγματοποιούσε ταξίδια παράτολμα που άλλοι καπετάνιοι δύσκολα επιχειρούσαν. Και ως εκ θαύματος οι ριψοκίνδυνες πράξεις του πάντα ολοκληρώνονταν με επιτυχία, φέροντας μεγάλα κέρδη στα πληρώματα που τον ακολουθούσαν. Δεν άργησε και πολύ στην εποχή του το όνομά του να έχει ταυτιστεί με τα κέρδη, καθώς όσοι πήγαιναν μαζί του για μπάρκο κατέληγαν συνήθως να εισπράττουν μυθικά ποσά. Οι Υδραίοι στην κυριολεξία, μάλωναν αναμεταξύ τους για το ποιος θα ταξιδέψει στη δούλεψή του. Αυτή η φήμη που είχε δημιουργήσει το όνομά του επιβεβαιώνεται και από τους παρακάτω στίχους που έχουν διασωθεί, που λένε «Νάχα μοίρα, νάχα γνώση, νάμουνα με τον Σαρκώση». Άγνωστο πώς, έβρισκε πάντα τρόπους τα δικά του μπάρκα να είναι παράτολμα σχεδόν καταδρομικές πράξεις που αποσκοπούσαν στο μεγάλο κέρδος. Ο Σαρκώσης υπήρξε μεταξύ άλλων και ποντοπόρος ναυτικός, αφού το 1806 διέπλευσε τον Ατλαντικό ωκεανό κι έφτασε στην Αμερική.

Το όνομά του ήταν γνωστό σε όλη τη Μεσόγειο καθώς ενεργούσε επιδρομές κατά των πειρατών που πολλές φορές επιχείρησαν να αρπάξουν τα εμπορεύματά του. Μόλις έβλεπε πειρατές εφορμούσε πρώτος και τους αιφνιδίαζε. Σε αντίθεση με όλους τους καπεταναίους της εποχής του που έψαχναν να βρουν τρόπο να διαφύγουν των πειρατών, ο Σαρκώσης ενεργούσε πρώτος την επίθεση εναντίον τους. Και οι πειρατές από δράστες μεταβάλλονταν σε θύματα! Ο Λάζαρος Κουντουριώτης, καθώς γνώριζε τον Σαρκώση και τις ικανότητές του, ανέθεσε την διακυβέρνηση ενός από τα καράβια του. Ο Κουντουριώτης του είπε να κουβαλήσει σιτάρι από τη Ρωσία και να το πωλήσει κάπου στην Ευρώπη, όπου εκείνος έβρισκε καλύτερα. Τέτοιου είδους αναθέσεις από καραβοκύρηδες σε καπεταναίους ήταν συχνές τότε, διότι οι καπετάνιοι εκτός από κυβερνήτες έκαναν και τους εμπόρους. Έτσι ο Σαρκώσης αφού πραγματικά φόρτωσε στάρι από τη Ρωσία, άρχισε να σκέφτεται πού θα μπορούσε να το πωλήσει στην καλύτερη τιμή. Όπως είπαμε δεν ήταν από εκείνους που απλά επιθυμούσαν κέρδος, αλλά επιζητούσαν το κέρδος αυτό να είναι τεράστιο!

Έτσι λοιπόν ο Σαρκώσης ρώτησε δεξιά κι αριστερά στη Ρωσία αλλά και σε επόμενα λιμάνια, για το πού γίνονταν τον καιρό εκείνο ναυτικοί αποκλεισμοί πόλεων! Τότε οι ναυτικοί αποκλεισμοί, αποτελούσαν συχνό γεγονός. Τέτοιες ευκαιρίες άρπαζαν οι Έλληνες και ειδικά καπετάνιοι σαν τον Σαρκώση, διότι το «σπάσιμο» ενός ναυτικού αποκλεισμού και η μεταφορά τροφίμων σε μια περιοχή που πεινούσε, ήταν επιχείρηση κερδοφόρα. Ήταν Ιανουάριος του 1812, όταν ο Σαρκώσης έμαθε ότι το ισπανικό λιμάνι της Βαρκελώνης ήταν αποκλεισμένο από τους Γάλλους. Αρπάζοντας την ευκαιρία, βάζει πλώρα για εκεί, όπου οι πεινασμένοι Ισπανοί αναμένουν στις ακτές κάποιο πλοίο να διασπάσει τον γαλλικό αποκλεισμό και να τους σώσει. Και αυτό ήταν το πλοίο του Σαρκώση! Η προκυμαία, μόλις το νέο κυκλοφόρησε στην πόλη που πεινούσε, έκανε να γεμίσει από πλήθη κόσμου. Όλοι έτρεξαν να αγοράσουν λίγο από το σιτάρι του φορτίου του. Κάποιος Ισπανός ευγενής αντί χρημάτων του προσέφερε έναν περίτεχνα κατασκευασμένο γαλλικό πολυέλαιο. Ο Σαρκώσης που ήταν έμπορος αλλά όχι μαυραγορίτης τον αρνήθηκε. Ο ευγενής όμως επέμενε όχι διότι δεν είχε χρήματα να αγοράσει στάρι, αλλά καθώς την πολιορκία την έκαναν οι Γάλλοι και ο πολυέλαιος ήταν γαλλικός. Ο Ισπανός δεν τον ήθελε στο σπίτι του. Ο Σαρκώσης δέχθηκε αλλά με έναν όρο. Τον έκανε τάμα στους Άγιους Ταξιάρχες της Σύμης. Δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να εκμεταλλευτεί άνθρωπο, έστω κι αν αυτός ήταν πλούσιος. Έτσι ο γαλλικός πολυέλαιος φορτώθηκε στη Βαρκελώνη στο πλοίο του Σαρκώση, ως δώρο προς τους Άγιους Ταξιάρχες της Σύμης. Το πλοίο πήρε τον δρόμο της επιστροφής με το πλήρωμά του χαρούμενο αφού όλοι γνώριζαν ότι τα κέρδη τους θα ήταν μεγάλα. Υπολόγισαν τη μοιρασιά που έδειξε ότι το μπάρκο τους, ένα και μοναδικό, αντιστοιχούσε σε ένα έτος ταξιδίων, αν πήγαιναν με άλλο πλοίο, με άλλον καπετάνιο. Κατά την επιστροφή όμως εμφανίστηκε ένα μαύρο πλοίο, που έβαλε ρότα κατά πάνω τους. Μαύρο πλοίο στη Μεσόγειο ήταν μόνο του τρομερού Μαλτέζου πειρατή του Μικέλε Μαλατίντα γνωστού για τη σκληρότητά του. Όποιοι ναύτες του παραδίδονταν τους έδενε πάνω στο σκαρί και τους βούλιαζε μαζί με αυτό στα βάθη της θάλασσας. Οι Υδραίοι τον ήξεραν καλά όπως και όλοι οι ναυτικοί που επιχειρούσαν εμπόριο στη Μεσόγειο. Όμως κατά τη συνήθεια του Σαρκώση αντί να διατάξει να κάνουν πανιά για να φύγουν, διέταξε «γιούρια» κατά πάνω τους. Οι Υδραίοι οι μπαρκαρισμένοι μαζί του το ήξεραν αυτό και το περίμεναν. Αυτοί όμως που δεν το περίμεναν ήταν οι Μαλτέζοι πειρατές. Οι κουρσάροι τάχασαν διότι είχαν μάθει νάχουν απέναντί τους ανθρώπους λογικούς, οικογενειάρχες που δούλευαν για το μεροκάματο. Τώρα όμως το πράγμα διέφερε! Όταν τελείωσε η μάχη όσοι πειρατές δεν σκοτώθηκαν πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Τότε ο Καπετάν Σαρκώσης διέταξε να πληρωθούν με το ίδιο νόμισμα... Είπε και τους έδεσαν πάνω στο κατάμαυρο πλοίο τους και στη συνέχεια το βούλιαξε στη θάλασσα. Λίγες μέρες αργότερα το πλοίο του Σαρκώση επέστρεφε στην Ύδρα. Βγήκε στη στεριά και πήγε να δώσει αναφορά στον πλοιοκτήτη, τον Λάζαρο Κουντουριώτη. Του είπε για τα μεγάλα κέρδη, για τους πειρατές και για τη μάχη που έδωσαν. Παρέλειψε όμως να του πει για τον πολυέλαιο που είχε τάμα στους Άγιους Ταξιάρχες της Σύμης.

Έτσι όταν τα πράγματα ηρέμησαν και τα κέρδη μοιράστηκαν όλοι έφυγαν για τα σπίτια τους για να δουν τις οικογένειές τους. Τότε ο Λάζαρος Κουντουριώτης ανέβηκε στο πλοίο του και είδε μπροστά του τον πολυέλαιο τον ξεχασμένο από τον Σαρκώση. Και μη γνωρίζοντας το τάμα του καπετάνιου, έδωσε παραγγελιά να τον κάνουν δώρο στο Μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου στο νησί του, καθώς σκέφτηκε ότι η Παναγιά ήταν που μεσολάβησε κι έβαλε το χέρι της και σώθηκε το πλοίο του από τους τρομερούς Μαλτέζους. Ο Σαρκώσης ύστερα από λίγο καιρό ετοίμασε το επόμενο μπάρκο του. Και κατά το συνήθειό του πριν φύγει, πήγε στο Μοναστήρι της Θεοτόκου. Εκεί με έκπληξη αντίκρισε τον δικό του πολυέλαιο τον ταμένο στη Σύμη! Παρεξηγημένος στην αρχή ζήτησε εξηγήσεις. Τότε έμαθε ότι ο πολυέλαιος ο γαλλικός που βρέθηκε στη Βαρκελώνη και έγινε τάμα στη Σύμη, έφτασε με εντολή του Λάζαρου Κουντουριώτη στο μοναστήρι της Ύδρας. Κατάλαβε ότι ήταν λάθος να πάρει πίσω τάμα που ήδη είχε δοθεί. Έτσι άφησε τον πολυέλαιο για πάντα να κρέμεται εκεί. Ο ίδιος υποσχέθηκε άλλο μεγαλύτερο και καλύτερο τάμα για τους Άγιους Ταξιάρχες της Σύμης. Δε γνωρίζω αν τελικά ο Σαρκώσης κατάφερε να πραγματοποιήσει το τάξιμό του αυτό. Γνωρίζω όμως ότι σύμφωνα με την παράδοση ο Σαρκώσης πέθανε πάνω στην προσπάθειά του να διαπλεύσει τον Ατλαντικό ωκεανό για δεύτερη φορά και να φτάσει στην Αμερική. Αυτή είναι η ιστορία του πολυελαίου του γαλλικού που έφτασε από την Ισπανία και ήταν διπλά ταγμένος. Όσοι λοιπόν σήμερα διαβάζουν την ιστορία ας μη παραλείπουν να πάνε στο Μοναστήρι και να θυμηθούν τα λόγια των Υδραίων της εποχής του Σαρκώση: «Νάχα μοίρα, νάχα γνώση, νάμουνα με τον Σαρκώση».