Τετάρτη, 02 Δεκεμβρίου 2020

Άρθρο της Βασιλικής Γκιώνη: «Ο δρόμος για τη διαμόρφωση ταυτότητας στην εφηβεία: ανάγκες, προκλήσεις και ο ρόλος των σημαντικών άλλων»

  • Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2020 16:57
  • 11'

Η Υδραία Βασιλική Γκιώνη απόφοιτη του Τμήματος Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης του ΕΚΠΑ, και μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο ΠΜΣ Εκπαιδευτική Ψυχολογία του Πανεπιστημίου Νεάπολις – Πάφου έχει γράψει το ακόλουθο πολύ ενδιαφέρον άρθρο που μελετά τη διαμόρφωση της ταυτότητας στην εφηβεία.



Tο παρόν άρθρο μελετά τη διαμόρφωση ταυτότητας στην εφηβεία και πως αυτή έρχεται αντιμέτωπη με τις εξαρτήσεις τις διάφορες ανάγκες και προκλήσεις όπως είναι τα ναρκωτικά, το κάπνισμα, οι σεξουαλικώς μεταδιδόμενες ασθένειες, η ανάγκη για ενσυναίσθηση, η σύναψη σχέσεων με συνομηλίκους και με το αντίθετο φύλο κ.α. Γίνεται επίσης μία αναφορά στα αναπτυξιακά επιτεύγματα της εφηβείας ενώ στο τρίτο κεφάλαιο αναφέρονται οι θεωρίες των Erikson και Marcia για τα στάδια ανάπτυξης και κατηγοριοποίησης ταυτοτήτων. Επιπρόσθετα, αναλύεται το πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος των άλλων στη διαμόρφωση ταυτότητας των εφήβων.  Τέλος, εξετάζονται οι προκλήσεις και οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν οι έφηβοι αλλά και πως επιτυγχάνουν να διαμορφώσουν την ταυτότητά τους.

3.1 Η ψυχοκοινωνική θεωρία του  Erik Erikson

Το Εγώ για τον Erikson παίζει κεντρικό ρόλο στη ψυχοκοινωνική του θεωρία καθώς διατηρείται η ισορροπία του ανθρώπου που θα τον βοηθήσει να αναπτύξει την εμπιστοσύνη ή αντιθέτως την δυσπιστία (Lopiga, Alavado, Perez, Silvio & Tugade, 2011). Οι κοινωνικές επιδράσεις που δέχεται ο βιολογικός μηχανισμός του ανθρώπου είναι σπουδαίας σημασίας για τον Erikson καθώς αυτές ρυθμίζουν εν τέλη τη συμπεριφορά του ατόμου (Salkind, 2004).

3.2 Τα στάδια της ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης του Erik Erikson

Το πρώτο ψυχοκοινωνικό στάδιο κατά τον Erikson είναι αυτό Στοματικό-αισθητηριακό, όπου όταν το βρέφος γεννηθεί, θα έρθει σε άμεση επαφή με το περιβάλλον του, το οποίο και θα το βοηθήσει να αποκτήσει εξωτερικά ερεθίσματα για να μπορέσει να ρυθμίσει τη συμπεριφορά του (Salkind, 2004).  Το παιδί σε αυτό το στάδιο ανακαλύπτει την έννοια της εμπιστοσύνης τόσο με τη μητέρα του όσο και με το περιβάλλον του (Syed & McLean, 2017). Αντιθέτως, αν το βρέφος νιώσει ότι δεν ικανοποιούνται οι ανάγκες του θα αναπτύξει την αίσθηση της ματαιότητας και της δυσπιστίας (Lopiga, Alavado, Perez, Silvio & Tugade, 2011). 

Το δεύτερο στάδιο ανάπτυξης είναι το Μυϊκό- πρωκτικό. Αυτό το στάδιο βοηθά το παιδί να ελέγχει τη φυσική του συμπεριφορά μέσω της ρύθμισης συγκεκριμένης ομάδας των μυών του (Salkind, 2004). Ο Erik Erikson πίστευε ότι το παιδί θα πρέπει να εκπαιδεύεται μόνο του στη χρήση της τουαλέτας έτσι ώστε να είναι σε θέση να ελέγχει με επιτυχία τους μύεςς του και να γίνεται αυτόνομο (Syed & McLean, 2017).  Όταν το παιδί είναι σε θέση να ελέγξει αυτούς του μύες, τότε αποκτά αυτοέλεγχο, θάρρος και θέληση (Lopiga, Alavado, Perez, Silvio & Tugade, 2011). Σε αντίθετη περίπτωση, το παιδί αισθάνεται ενοχές και δεν αυτονομείται όταν δε μπορεί να ελέγξει αυτούς τους μύες.

Κατά το τρίτο στάδιο που είναι το Κινητικό-γενετήσιο τα παιδιά μαθαίνουν να γίνονται ανεξάρτητα παίρνοντας μόνα τους πρωτοβουλίες για την επίλυση προβλημάτων που συναντούν στη ζωή τους (Lopiga, Alavado, Perez, Silvio & Tugade, 2011).  Αυτό σημαίνει ότι τα παιδιά θα πρέπει να απογαλακτιστούν από τους γονείς τους έτσι ώστε να είναι ικανά να παίρνουν σύνθετες πρωτοβουλίες για να λύνουν μόνα τους τις προσωπικές τους ανάγκες. Αν όλες οι προσπάθειες των παιδιών περιορίζονται και τιμωρούνται από τους γονείς, τα ίδια ντρέπονται και αισθάνονται ενοχές χωρίς να κατακτούν την ανεξαρτησία τους (Salkind, 2004).

Στο λανθάνον στάδιο το άτομο πρέπει να μάθει να επενδύει στην ενέργειά του για τη μάθηση καθώς και να ασκεί σωστά τις διανοητικές και κοινωνικές του ανάγκες (Lopiga, Alavado, Perez, Silvio & Tugade, 2011).   Σε αυτό το στάδιο πρέπει το άτομο να γίνει φιλόπονο δηλαδή να μπορεί να ελέγχει και να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες και στις απαιτήσεις τις κοινωνίας γύρω του (Salkind, 2004). Με αυτό τον τρόπο αναπτύσσει σωστές κοινωνικές δεξιότητες και ικανοποιείται περισσότερο για τη ζωή. Στην αντίθετη περίπτωση το παιδί νιώθει ανίκανο και καταπιέζεται ή νιώθει κατώτερο χωρίς κάποια ιδιαίτερη αξία.

Στο στάδιο της Ήβης και της Εφηβείας όπου το σημαντικότερο επίτευγμα είναι η υιοθέτηση κάποιου ρόλου στην κοινωνία και η σταθεροποίηση αυτού (Salkind, 2004). Αν το άτομο αμφιβάλλει για τον εαυτό του και περιτριγυρίζεται από ερωτήματα του τύπου «ποιος είμαι;» (Boeree, 2006) και «τι κάνω;», τότε η κατάσταση αυτή δημιουργεί τη σύγχυση ρόλων ή μορατόριουμ  κατά τον Erikson (Lopiga, Alavado, Perez, Silvio & Tugade, 2011).  

Κατά το στάδιο της Νεότητας ο βιολογικά ώριμος πλέον άνθρωπος θα πρέπει να κατανοήσει την έννοια της οικειότητας  με τους συνανθρώπους του (Boeree, 2006).  Εδώ εμπλέκονται νέες έννοιες και αλληλεπιδράσεις με άλλα άτομα οι σχέσεις των οποίων θα πρέπει να είναι ομαλές για να υπάρξει υγιής ανάπτυξη (Salkind, 2004). Η οικειότητα είναι το κατόρθωμα αυτού του σταδίου όπου είναι μία μορφή δέσμευσης ανάμεσα στα άτομα τα οποία έχουν μοιραστεί συναισθήματα και ανησυχίες και έχουν γίνει αποδεκτά. (Salkind, 2004).Σε αντίθετη περίπτωση, όταν δεν υπάρχει οικειότητα και εμπιστοσύνη, το άτομο οδηγείται στην απομόνωση. Αυτό συμβαίνει διότι το άτομο δεν είναι σε θέση να μοιραστεί τα συναισθήματά του που πηγάζει από την χαμηλή αυτοεκτίμησή του (Lopiga, Alavado, Perez, Silvio & Tugade, 2011).     

Κατά το στάδιο της Μέσης Ηλικίας, ο άνθρωπος πλέον επαγγελματικά αποκατεστημένος και σταθεροποιημένος στις ανθρώπινες σχέσεις του, αναζητά έναν σταθερό ρόλο ζωής που θα τον κάνει να νιώσει πλήρως ικανοποιημένος (Salkind, 2004).Το άτομο σε αυτό το στάδιο θα πρέπει να δείξει αγάπη για την ανατροφή των παιδιών του και να ανησυχεί για το μέλλον των επόμενων γενεών (Boeree, 2006).

Το τελευταίο στάδιο, αυτό της Ωριμότητας, αποτελεί στην ουσία την ολοκλήρωση του Εγώ. Αυτό σημαίνει ότι μετά από έναν μακροσκελή αγώνα επιβίωσης, απόκτησης ρόλου και διαπροσωπικών σχέσεων, δημιουργία οικογένειας και ολοκλήρωση μίας αξιόλογης ζωής το άτομο κάνει μία ανακεφαλαίωση αυτών που πέτυχε με έναν μυστικιστικό τρόπο (Salkind, 2004).  Η ολοκλήρωση του Εγώ έρχεται σε συνάφεια με τη ζωή που έζησε το άτομο καθώς νιώθει ικανοποιημένο με όλες τις επιλογές που έκανε και τους στόχους που πέτυχε (Boeree, 2006). Αντιθέτως, το άτομο που δεν νιώθει ικανοποιημένο με όσα έκανε, νιώθει απόγνωση και πιστεύει ότι έχασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του χωρίς να πετύχει τους στόχους του (Salkind, 2004).

3.3  Οι κατηγορίες ταυτοτήτων του  James Marcia

Ο Marcia υιοθέτησε τη θεωρία του Erikson για την ανθρώπινη ταυτότητα υποστηρίζοντας ότι ο άνθρωπος αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε τέσσερις κατηγορίες ταυτοτήτων.  Για να διαμορφώσει το άτομο μία ταυτότητα θα πρέπει πρώτα να έχει κάποιο από τα δύο χαρακτηριστικά: αυτό της κρίσης ή της δέσμευσης (Kasinath, 2013). Κατά την περίοδο της κρίσης ο έφηβος προσπαθεί να βρει εναλλακτικούς τρόπους για τη δράση του καθώς είναι σε θέση να παίρνει κάποιες αποφάσεις. Η δέσμευση αναφέρεται στην προσπάθεια του εφήβου να παραμείνει αφοσιωμένος σε μία ιδεολογία ή μία πορεία δράσης  (Feldman, 2011). Οι έφηβοι ανάλογα με την προσωπικότητά τους αφομοιώνουν μία από αυτές τις ταυτότητες που κατηγοροποιούνται ως εξής: Διάχυση ταυτότητας, Δοτή ταυτότητα, Μορατόριουμ και Κατακτημένη ταυτότητα. (Παπάζογλου, 2014).  

Οι έφηβοι που ανήκουν στην κατηγορία της Διάχυσης ταυτότητας, είναι άτομα με χαμηλή αυτοπεποίθηση, οι σκέψεις των οποίων είναι ασταθείς, καθώς και η συμπεριφορά τους αλλάζει συνεχώς. Οι έφηβοι αυτοί δεν έχουν δεσμευτεί ούτε και έχουν διερευνήσει κάποια συγκεκριμένη ταυτότητα. Η αυτοεικόνα τους είναι αρκετά χαμηλή και αρνητική καθώς και ο κοινωνικός τους περίγυρος φτωχός χωρίς πολλές φιλίες και σχέσεις (Παπάζογλου, 2014).

Η Δοτή ταυτότητα είναι μία «φτιαχτή» ταυτότητα από τους γονείς ή άλλα πρόσωπα εξουσίας και την οποία οι έφηβοι έχουν υιοθετήσει. Όσα άτομα εμπλέκονται στη δοτή ταυτότητα, στην ουσία την έχουν αποδεχτεί, χωρίς να την έχουν διερευνήσει. Αυτό τους φέρνει αντιμέτωπους με την χαμηλή αυτοεκτίμησή τους καθώς τους κάνει να είναι συμβατικοί, αυταρχικοί και αδιάλλακτοι στις κοινωνικές τους σχέσεις και στον προσωπικό τους χαρακτήρα (Feldman, 2011).  Η ανεξαρτησία τους είναι περιορισμένη και οι σχέσεις τους συνήθως παρουσιάζουν προβλήματα (Παπάζογλου, 2014). 

Το μορατόριουμ αναφέρεται σε μία κατάσταση όπου οι έφηβοι ακόμη διερευνούν την ταυτότητά τους χωρίς να έχουν δεσμευτεί. Αυτή η κατάσταση τους κάνει να αμφισβητούν τον εαυτό τους και τους ωθεί να παραμείνουν στο μορατόριουμ σχεδόν για πάντα. Το αποτέλεσμα των παραπάνω είναι οι έφηβοι αυτοί να βιώνουν φόβους, ανησυχίες και αρνητικά συναισθήματα όσον αφορά την επίδοσή τους στο σχολείο. Το θετικό στοιχείο του μορατόριουμ είναι ότι τα άτομα που το ακολουθούν, νιώθουν καλά με τον εαυτό τους και έχουν ικανοποιητικές σχέσεις με τον κοινωνικό τους περίγυρο. Για να μπορέσουν οι έφηβοι να αποκτήσουν μία ώριμη πλέον ταυτότητα, η φάση του μορατόριουμ είναι απαραίτητη (Παπάζογλου, 2014). Η κατεκτημένη ταυτότητα είναι μία κατάσταση όπου οι έφηβοι έχουν κατασταλάξει και έχουν δεσμευτεί στις προσωπικές τους δυνάμεις και επιλογές και είναι συνειδητοποιημένοι για τη ζωή τους (Irving & Sayre, 2016). Η ταυτότητά τους είναι σταθερή και η αυτοεικόνα τους είναι βελτιωμένη.  Επιπρόσθετα, οι έφηβοι με την κατεκτημένη ταυτότητα, βιώνουν θετικά συναισθήματα και σημειώνουν υψηλή σχολική επίδοση. Είναι σε θέση να αντιληφθούν τις δυνάμεις και τις αδυναμίες τους και παράλληλα σημειώνουν βελτίωση στις σχέσεις και τις συμπεριφορές τους (Παπάζογλου, 2014).

Ο Marcia υποστήριξε ότι οι έφηβοι μπορούν να φτάσουν στην κατεκτημένη ταυτότητα περνώντας πρώτα από τα προηγούμενα στάδια των υπόλοιπων ταυτοτήτων. Η ισχυρή αφοσίωσή τους στην κατεκτημένη ταυτότητα δεν κλονίζεται εύκολα παρόλο που μπορεί να επιδράσουν πάνω τους φυσικά εμπόδια ή εξωτερικές επιρροές (Irving & Sayre, 2016).   Η διέλευση από το ένα στάδιο στο άλλο, μπορεί να γίνει ομαλά και έτσι ο έφηβος να φτάσει σε ένα ικανοποιητικό στάδιο της κατεκτημένης ταυτότητας όπου θα παραμείνει σε αυτή, είτε βιώνοντας μία κρίση όπου ο έφηβος μπορεί από την κατεκτημένη ταυτότητα να παλινδρομήσει στη δοτή ή διάχυτη ταυτότητα (Παπάζογλου, 2014).

3.4 Το φανταστικό ακροατήριο και ο προσωπικός μύθος

Ένα χαρακτηριστικό της θεωρίας του Piaget ήταν η έννοια του εγωκεντρισμού, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος αδυνατεί να ξεχωρίσει την υποκειμενική από την αντικειμενική πραγματικότητα (Γαλανάκη, 2001). Στην εφηβική ηλικία μάλιστα ο Αμερικανός ψυχολόγος David Elkind βασισμένος στον εγωκεντρισμό του Piaget υποστήριξε ότι αυτός εκδηλώνεται με δύο κύρια σημεία. Το πρώτο αφορά το «φανταστικό ακροατήριο» όπου ο έφηβος νιώθει ότι είναι το επίκεντρο της προσοχής και ότι όλοι τον επικρίνουν ή τον θαυμάζουν,  και το δεύτερο στοιχείο είναι ο «προσωπικός μύθος» όπου ο έφηβος νιώθει ότι ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους, είναι παντοδύναμος και άτρωτος (Γαλανάκη, 2001). Αναλυτικότερα, το φανταστικό ακροατήριο είναι η διαφοροποίηση της προοπτικής των άλλων με την προοπτική των εφήβων. Με το φανταστικό ακροατήριο οι έφηβοι τείνουν να εκδηλώνουν κοινωνικά ευαίσθητες συμπεριφορές όπως του αυτοθαυμασμού, των εκφράσεων ταυτότητας, την ανάγκη απορρήτου σε καταστάσεις και την ανησυχία μήπως χάσουν ένα δικό τους πρόσωπο (Marie, 2012).

Ο προσωπικός μύθος κάνει τον έφηβο να πιστεύει ότι τα συναισθήματα που νιώθει καθώς και οι εμπειρίες του είναι ξεχωριστές και κανένας άλλος δεν τα βιώνει όπως αυτός. Ο διαχωρισμός βιώματος συναισθημάτων και εμπειριών για τον έφηβο είναι υπερβολικά υψηλός σε σχέση με τους υπόλοιπους (Marie, 2012). Πολλές φορές ο προσωπικός μύθος δεσμεύει τον έφηβο να υιοθετήσει ριψοκίνδυνες συμπεριφορές καθώς πιστεύει ότι αυτές δε θα τον βλάψουν. Παραδείγματα τέτοιων συμπεριφορών είναι τα ναρκωτικά, το σεξ χωρίς προφύλαξη, η επικίνδυνη οδήγηση καθώς και ο ναρκισσισμός. Αυτές οι εκδηλώσεις συμπεριφορών δεσμεύουν επίσης τους νέους να διαμορφώσουν μία συγκεκριμένη ταυτότητα (Marie, 2012).  

4. Ο ρόλος των σημαντικών άλλων στη διαμόρφωση της ταυτότητας

Σύμφωνα με την Διεθνή Μελέτη της Εφηβικής ηλικίας, η ταυτότητα των νέων επηρεάζεται από τη δομή της ενδοοικογενειακής ζωής (Benson & Johnson, 2009). Η διαμόρφωση της ταυτότητας σε σχέση με τους σημαντικούς άλλους επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τις αλληλεπιδράσεις των νέων  τόσο με την οικογένεια όσο και με τον κοινωνικό τους περίγυρο (Benson & Johnson, 2009). Όσον αφορά τον κοινωνικό του περίγυρο, ο έφηβος καθώς φτάνει στην ενηλικίωση, κατακλύζεται από διάφορα ερωτήματα που αφορούν την επαγγελματική του ζωή και τις σπουδές του και λόγω της πίεσης που δέχεται και από τον οικογενειακό του κύκλο, καταφεύγει στις παρέες των συνομηλίκων για να βρει τη στήριξη που χρειάζεται και έτσι αρχίζει να ξεχωρίζει την ταυτότητα των άλλων από τη δική του (Feldman, 2011).

Η αναζήτηση ταυτότητας είναι πολύ σημαντική για τους εφήβους καθώς αυτοί θέλουν να νιώσουν αυτόνομοι και ανεξάρτητοι. Όταν οι γονείς των παιδιών είναι υπερπροστατευτικοί και περιοριστικοί με αυτά, τείνουν να υπονομεύσουν την αναζήτηση της ταυτότητας της ανεξαρτησίας των παιδιών αυτών (Benson & Johnson, 2009). Αντιθέτως αν οι γονείς ασκούν πολύ χαμηλό έλεγχο στα παιδιά τους, αυτά είναι δυνατόν να υιοθετήσουν συμπεριφορές που δεν αρμόζουν στην ηλικία τους και να διαμορφώσουν μία λανθάνουσα ταυτότητα (Benson & Johnson, 2009). Ο περισσότερος χρόνος ενασχόλησης με τους γονείς και τους εφήβους σε οικογενειακά δείπνα, αυξάνει σημαντικά την αυτοεκτίμηση των νέων, τον αυτοσκοπό και την θετική εικόνα για το μέλλον τους (Drogos, 2015).

Επίσης οι ομάδες αναφοράς παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση ταυτότητας καθώς αυτές αποτελούν ένα μέτρο σύγκρισης της αυτοεικόνας του έφηβου με την ομάδα. Καθώς μία ομάδα αναφοράς είναι δημοφιλής, ο έφηβος συγκρίνει  τις επιτυχίες του και τις ικανότητές του με αυτήν την ομάδα και προσχωρεί σε αυτήν (Feldman, 2011).

Οι ερωτικές σχέσεις με το αντίθετο φύλο είναι ουσιώδους σημασίας για τους εφήβους καθώς αρχίζουν να αποκτούν συναισθηματικούς δεσμούς και κοινωνικό κύρος. Παρόλο που η ερωτική σχέση των εφήβων δεν τους παρέχει ουσιαστική συναισθηματική οικειότητα, είναι ένας τρόπος μέσα από αυτήν να διαμορφώσουν την ταυτότητά τους (Feldman, 2011).

5. Προκλήσεις της σημερινής εποχής και εφηβική ταυτότητα

Τα παιδιά καθώς διανύουν την εφηβική τους περίοδο έρχονται αντιμέτωπα με πολλές προκλήσεις και κινδύνους. Ως πρότυπο έχουν τους γονείς οι οποίοι αν είναι ήδη χρήστες καπνού, ουσιών και αλκοόλ, τότε υπάρχει μία προδιαγραφή και τα παιδιά να ακολουθήσουν τα ίδια βήματα (Fagan & Najman, 2005). Τα παιδιά μέσω της κοινωνικής μάθησης στην ουσία μιμούνται τους γονείς και έτσι καταφεύγουν και τα ίδια στη χρήση των παραπάνω ουσιών.

Όσον αφορά τη χρήση ουσιών, η σημαντικότερη πάντως αιτία που οι νέοι  τις ξεκινούν, είναι επειδή απλά τους προσφέρει χαλαρότητα και ηρεμία (Feldman, 2011).  Ένας παράγοντας που επηρεάζει τους εφήβους να κάνουν χρήση ουσιών είναι ο ισχυρός δεσμός που υπάρχει μεταξύ των δύο αδελφών. Μέσα στην οικογένεια τα αδέλφια που μεγαλώνουν μαζί αναπτύσσουν δυνατούς δεσμούς και το ένα αποτελεί πρότυπο για το άλλο. Αν λοιπόν ο μεγάλος αδελφός ξεκινήσει τη χρήση ουσιών, τότε πολύ πιθανό είναι να ξεκινήσει και ο μικρότερος αδελφός (Fagan & Najman, 2005). Ο κίνδυνος των παράνομων ουσιών έγκειται στο γεγονός ότι μπορεί να προκαλέσουν εξάρτηση με αποτέλεσμα να κάνουν τους νέους όλο και περισσότερο επιρρεπείς στις ουσίες αυτές που εν τέλη θα τους οδηγήσουν και σε ψυχολογική εξάρτηση (Feldman, 2011).

Ένας ακόμη κίνδυνος που ελοχεύει κατά την εφηβική ηλικία, είναι τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα (ΣΜΝ). Οι έφηβοι είναι περισσότερο επιρρεπείς στα ΣΜΝ επειδή δεν είναι σε θέση να καταλάβουν τη σοβαρότητα και  τις συνέπειες των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων (Chinsembu, 2009). Εδώ εμπλέκεται και ο προσωπικός μύθος όπου ο έφηβος δε πιστεύει ότι μία ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη θα συμβεί στη σύντροφό του ή ότι θα νοσήσει ο ίδιος  με κάποια αφροδίσια ασθένεια. 

Η χρήση κινητών τηλεφώνων μέσω των οποίων γίνεται εύκολη η πρόσβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αποτελεί έναν σοβαρό κίνδυνο για την υγεία των εφήβων. Πολλές μελέτες αναφέρουν ότι η συχνή χρήση  κινητών τηλεφώνων, αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης όγκων στον εγκέφαλο (Hardell, 2017). Οι σημαντικοί άλλοι όπως είναι οι παρέες συνομηλίκων είναι απαραίτητοι για τη διαμόρφωση της ταυτότητας των εφήβων.

Η καθημερινή επικοινωνία με αυτούς μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης  είναι μία «ψυχαναγκαστική» ανάγκη η οποία είναι πολύ σημαντική για τους νέους (Feldman, 2011). Σε διάφορες μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί, η χρήση του διαδικτύου είναι ένα καταφύγιο για τους εφήβους οι οποίοι ψάχνουν κοινωνικοποίηση και αδελφότητα μέσω των κοινωνικών ιστοτόπων συνομιλίας (Drogos, 2015). Μέσα από αυτόν τον διαδικτυακό δεσμό οι νέοι νιώθουν ότι κάποιος τους καταλαβαίνει και ότι μπορούν να εκφράσουν με ασφάλεια τις ανησυχίες τους.



Βιβλιογραφικές αναφορές

Ελληνόγλωσση βιβλιογραφία:

  • Γαλανάκη, Ε. (2001). Το «φανταστικό ακροατήριο» και ο «φανταστικός μύθος» των εφήβων σε σχέση με την ριψοκίνδυνη συμπεριφορά και την αντίληψη του κινδύνου. Ψυχολογία. 8 (4):401-430
  • Μπάτζου, Κ. & Τσούρτου, Β. (2014). Oι θετικές ψευδαισθήσεις για τον εαυτό και η ριψοκίνδυνη συμπεριφορά στην εφηβεία: Ανασκόπηση της βιβλιογραφίας. Ψυχολογία, 2014,21(4):470-494. Retrieved From: https://www.researchgate.net/publication/337228471
  • Παπάζογλου, Α. (2014). Ο ρόλος της οικογένειας και των συνομήλικων στη διαμόρφωση της ταυτότητας των εφήβων. Έρκυνα, Επιθεώρηση Εκπαιδευτικών– Επιστημονικών Θεμάτων, 3, 177-193

Ξενόγλωσση βιβλιογραφία:

  • Benson, J.E. & Johnson, M.K. (2009). Adolescent Family Context and Adult Identity Formation. Journal of Family Issues. 30 (9): 1265-1286. DOI:10.1177/0192513X09332967
  • Fagan, A. A. & M. Najman, J.M. (2005). The relative contributions of parental and sibling substance use to adolescent tobacco. Alcohol and other drug use. 35(4):869-883. https://doi.org/10.1177/002204260503500410
  • Feldman, R.S .(2011). Εξελικτική Ψυχολογία δια βίου ανάπτυξη.Μπεζεβέγκης, Η. Γ. (επιμ.). Αθήνα. Εκδόσεις Gutenberg.
  • Hardell, L.(2017). Effects of Mobile Phones on Children’s and Adolescents’

Health: A Commentary. 1-4. DOI: 10.1111/cdev.12831.

  • Kasinath, H.M. (2013). Adolescence: Search for an Identity. i-manager’s Journal on Educational Psychology. 7(1): 1-6. DOI:10.26634/JPSY.7.1.2344
  • SalkindN.J. (2004). Εισαγωγή στις θεωρίες της ανθρώπινης ανάπτυξης.(Μαρκούδης, Δ. Μτφρ). Αθήνα. Εκδόσεις Πατάκη.