Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2024

Το άγαλμα που χαμογελάει... Ένα όμορφο διήγημα της Νέλλης Σπαθάρη που δημοσιεύτηκε στη "Φωνή της Ύδρας"

  • Σάββατο, 15 Ιουνίου 2024 15:05
  • 2'

Το άγαλμα που χαμογελάει είναι ένα διήγημα της καλής φίλης Συγγραφέα Νέλλης Σπαθάρη, το οποίο δημοσιεύτηκε στο τεύχος της "Φωνής της Ύδρας" που κυκλοφόρησε πρόσφατα:


Το άγαλμα που χαμογελάει...


               Δύο ήταν τα αγαπημένα της παιχνίδια όταν ήταν μικρή. Να κατεβαίνει νωρίς το βραδάκι με την οικογένειά της στο καφενείο του Κορού για να προλάβουν ένα από τα πρώτα τραπέζια μπροστά στη θάλασσα, όπως τα τραβούσε το προσωπικό με τη δύση του ήλιου, να παραγγέλνει υποβρύχιο και να παίζει με τα άλλα παιδιά «ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα στρατιωτάκια» κάτω από τη Σχολή Εμποροπλοιάρχων ή να κάνει τσουλήθρα στο πλαγιαστό μάρμαρο δίπλα στα σκαλιά του Αρχείου της Ύδρας, στο παλιό κτήριο του Μουσείου του Γκίκα του Κουλούρα. Ή, εναλλακτικά, όποτε η οικογένειά της αποφάσιζε να πάει το βραδάκι να κάνει επίσκεψη σε κάποιο από τα γειτονικά τους σπίτια, να τρέχει να βρει τις φιλενάδες της στο άγαλμα του Παύλου του Κουντουριώτη, από την άλλη μεριά του λιμανιού-της Αγοράς- για να παίξουν κρυφτο-κυνηγητό.

               Αυτή η δεύτερη επιλογή της άρεσε περισσότερο γιατί ένιωθε ελεύθερη. Ενώ, όταν κατέβαινε με την οικογένειά της από τη μεριά του καφενείου του Κορού, η μητέρα της επέλεγε πότε θα σηκωθεί από το τραπέζι, με ποια παιδιά θα παίξει και με ποια όχι. Κάτι που ενδόμυχα τη στεναχωρούσε, καθώς παρακολουθούσε τα άλλα παιδιά να παίζουν και η ίδια να νιώθει σαν τιμωρημένη. Η μητέρα της πάντα αυστηρή, περιφρονητική, σνομπ.

               Έτσι, αυτό που είχε συγκρατήσει περισσότερο στη μνήμη της ήταν οι φωνές, τα γέλια, η χαρά του καλοκαιριού, βραδάκι, όλες οι φίλες της σκαρφαλωμένες στο άγαλμα του Κουντουριώτη να κυνηγιούνται γύρω-γύρω. Μια χαρούμενη φασαρία που ανέβαινε στα ουράνια.

               Αυτή τη χαρά δεν την έβλεπε πια. Τι είχαν απογίνει τα παιδιά; Και βέβαια έβλεπε το βράδυ παιδιά να παίζουν στο λιμάνι, περισσότερο από τη μεριά του Κάβου, αλλά τέτοια οχλοβοή σαν κι αυτή που είχε στη μνήμη της δεν άκουγε. Ίσως τα κινητά τηλέφωνα και τα παιχνίδια μέσω αυτών να είχαν πάρει το πρώτο χέρι…

               Και ένα πρωινό, μεγάλη πια, καθώς περνούσε να πάει στη Σπηλιά για τις αγαπημένες της κούμπιζες, κάτι απροσδιόριστο της τράβηξε την προσοχή στο άγαλμα του Παύλου του Κουντουριώτη. Κοντοστάθηκε. Πλησίασε, όσο μπορούσε να πλησιάσει, με τα τραπεζοκαθίσματα από τις καφετέριες να το πλαισιώνουν. Μισόκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να προσδιορίσει από πού προερχόταν εκείνο το ρίγος που ένιωσε απρόσμενα.

               Έφερε στη μνήμη της την κίνηση γύρω από το άγαλμα με τις φίλες της να αλληλοκυνηγιούνται. Οι παλάμες να τρίβονται στο μάρμαρο, να ακουμπούν το λιοντάρι με την όμορφη χαίτη του. Μια αφή σαν χάδι με τον Κουντουριώτη, σοβαρό, από ψηλά να ατενίζει την Αγορά. Και τη φωνή της μητέρας της να κρίνει: «Έπρεπε ο Κουντουριώτης να είναι στραμμένος προς τη θάλασσα, προς τα εκεί που μεγαλούργησε. Λάθος έτσι όπως τον έχουν τοποθετήσει». Πάντα επικριτική.

               Κι όμως… Εκείνη τη στιγμή ξανάφερε την αίσθηση της αφής πάνω στο μάρμαρο. Όχι, δεν το έλεγε καλά. Του χαδιού πάνω στο μάρμαρο. Γιατί τα παιδιά, πάνω στο παιχνίδι τους τον χάιδευαν τον Κουντουριώτη. Και τι άλλο ήταν οι χαρούμενες φωνές των παιδιών και τα χάδια πάνω στο μάρμαρο παρά η εικόνα της Ειρήνης… Της Ελευθερίας…

               Σήκωσε τη ματιά της ψηλά και κοίταξε το άγαλμα στα μάτια. Και του χαμογέλασε. Ήταν το ευχαριστώ της για την Ειρήνη, για την Ελευθερία που της είχε χαρίσει.

               Και σαν το άγαλμα να της ανταπόδωσε το χαμόγελο ανεπαισθήτως…

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΦΤΥ